ΙΣΤΟΡΙΑ

Όλες οι ελληνικές ορθόδοξες ενορίες στην Ελβετία είναι μέλη της Ιεράς Μητροπόλεως Ελβετίας. Ο Μητροπολίτης και ex officio πρόεδρος της Επισκοπικής Συνέλευσης όλων των Ελλήνων Ορθοδόξων εκκλησιών στην Ελβετία είναι σήμερα ο Σεβασμιώτατος Ιερεμίας (Καλλιγιώργης). Η Ιερά Μητρόπολις Ελβετίας υφίσταται από το 1982 και υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως (Αρχιεπισκοπή Κωνσταντινουπόλεως / Νέας Ρώμης), που θεωρείται και η πρώτη ως προς την τάξη Αρχιεπισκοπή ανάμεσα σε όλες τις ορθόδοξες Εκκλησίες. Από το 1991 Οικουμενικός Πατριάρχης είναι ο Παναγιώτατος Βαρθολομαίος (Αρχοντώνης). Ο Οικουμενικός Πατριάρχης θεμελίωσε τον ορθόδοξο Ναό, στο Münchenstein το 2002 και έτσι όρισε το πνευματικό κέντρο της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη βορειοδυτική Ελβετία.

Αρχικά, η βορειοδυτική Ελβετία αποτελούσε ενιαία ενορία. Τα Σαββατοκύριακα, ένας ιερέας από το Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ της Γενεύης, επισκεπτόταν το Olten και την Βασιλεία και επιτελούσε την Θεία Λειτουργία για τους ορθοδόξους της περιοχής. Περίπου για τρεις δεκαετίες αυτή την ανάγκη της ελληνο/ορθόδοξης και της σερβικής ορθόδοξης ενορίας εξυπηρετούσε η εκκλησία του Αγίου Αλβάνου στην Βασιλεία. Οι πρώτες ιδέες για την κατασκευή μιας ιδιόκτητης εκκλησίας για την ελληνο/ορθόδοξη κοινότητα αναπτύχθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Μετά από πολλά χρόνια αναζήτησης στην ευρύτερη περιοχή της Βασιλείας, βρέθηκε το 1999 το κατάλληλο οικόπεδο στο Münchenstein, που ήταν και διαθέσιμο για αγορά. Η κοινότητα του Münchenstein το διέθεσε προς πώληση, συνολικής επιφάνειας περίπου 1000τμ, όπου και σχεδιάστηκε η δόμηση του ορθόδοξου ναού. Η τελετή θεμελίωσης πραγματοποιήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2002, και μετά από δέκα μήνες κατασκευής, ο νεόδμητος ναός εγκαινιάστηκε τον Οκτώβριο του 2002. Το συνολικό κόστος της απόκτησης του οικοπέδου και της δόμησης, καλύφθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος – σχεδόν κατά τα 9/10 του συνολικού – από δωρεά της οικογένειας του αείμνηστου Αχιλλέα Κομηνού, που υπολογίζεται σε 5,5 εκατομμύρια ελβετικά φράγκα.

Η οργάνωση και η υλοποίηση της ιδέας αυτής της εκκλησίας οφείλεται κατά κύριο λόγο στο Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Λαμψάκου Μακάριο Παυλίδη και στην ψυχίατρο Δρ Σουμέλα Τερζάνη.Ακριβώς πίσω από τη γραμμή του τραμ και τον κυκλικό κόμβο Baselstrasse αποκαλύπτεται ένα κτίριο που είναι εύκολα αναγνωρίσιμο ως μια εκκλησία: ένα καμπαναριό, μέσα από τα τοξωτά ανοίγματα φαίνονται καμπάνες και στον τρούλο του φέρει ένα σταυρό. Ακριβώς δίπλα εμφανίζεται ένα κεντρικό κτίριο με μεγάλο τρούλο, σχεδόν το ύψος του καμπαναριού και φέρει ένα σταυρό στην κορυφή. Ενας σφυρήλατος σιδερένιος φράχτης με επαναλαμβανόμενα μοτίβα οριοθετεί το ακίνητο από την υπόλοιπη περιοχή. Η αρχιτεκτονική του Ναού είναι οπτικά προσαρμοσμένη στη γύρω αστική περιοχή. Μια προσεκτική ματιά δείχνει, πως η κάτοψη σχηματίζει ένα σταυρό – που μαζί με τον τρούλο είναι μια ισχυρή ένδειξη της Ορθόδοξης παράδοσης.

Όσον αφορά στο εσωτερικό του ναού,
• Το ξυλόγλυπτο τέμπλο από βελανιδιά είναι χειροποίητο, κατασκευάστηκε στην Αθήνα και ολοκληρώθηκε μετά από επτά μήνες εργασίας κατά το έτος 2003.
• Την Αγιογράφηση του Ναού, η οποία ακολουθεί πάντα ένα συγκεκριμένο θέμα και διάταξη από την ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση, ανέλαβαν ένα ελληνικό μοναστήρι στα Μέγαρα και ένα αγιογραφικό εργαστήριο στην Κάλυμνο.
• Αντικείμενα της εσωτερικής διακόσμησης του ναού που επίσης φιλοτεχνήθηκαν στην Ελλάδα αποτελούν ο κεντρικός πολυέλαιος, οι ασημένιες καντήλες, ο ξυλόγλυπτος άμβωνας, ο αρχιερατικός θρόνος και τα στασίδια του ναού. Η αγία τράπεζα στο ιερό είναι επίσης στολισμένη με όλα τα απαραίτητα λειτουργικά αντικείμενα της θείας λατρείας.
• Ο δικέφαλος αετός στο μαρμάρινο πάτωμα συμβόλιζε παλαιότερα τη δύναμη του αυτοκράτορα και του πατριάρχη.
• Ο θόλος του κεντρικου τρούλλου σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση απεικονίζει στο Κέντρο τον Χριστό Παντοκράτορα περιστοιχισμένο από τα Χερουβείμ. Το δεξί του χέρι υψώνεται σε χειρονομία ευλογίας, ενώ στο αριστερό του χέρι κρατά την Βίβλο, που συμβολίζει το χαρμόσυνο μήνυμα του Ευαγγελίου και τις εντολές του. Επίσης στην οροφή απεικονίζονται οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης καθώς και οι ευαγγελιστές της Νέας Διαθήκης. Οι προφήτες προεμήνυσαν την έλευση του Μεσσία και οι ευαγγελιστές αργότερα κατέγραψαν και έκαναν γνωστό το σωτηριώδες έργο του. Με τον τρόπο αυτό τονίζεται και η ενότητα της Παλαιάς και της Νέας Διαθήκης.
• Στην αψίδα του ιερού πάνω από την Αγία Τράπεζα απεικονίζεται η Παναγία ένθρονη με το παιδί Ιησού – αναφέρεται ως η Πλατυτέρα – συνοδευόμενη από αγγέλους. Η απεικόνιση της Παναγίας με τον Ιησού σαν Σωτήρα του κόσμου συμβολίζει τον μεσιτικό της ρόλο μεταξύ Θεού και ανθρώπων και υπογραμμίζει παράλληλα την θέση των γυναικών στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτό συμπληρώνεται και με την εικόνα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο ίδιο σύμπλεγμα της αψίδας, καθώς και με άλλα θέματα από τη θεία Οικονομία.

Στην αίθουσα του πνευματικού κέντρου στο υπόγειο της Εκκλησίας υπάρχουν επιπλέον διάφορα ψηφιδωτά με απεικονίσεις αγίων του καλλιτέχνη Fred de Roy (1911-1995) από την Λουκέρνη.

Από πλευράς ναοδομίας η Εκκλησία της του Θεού Σοφίας με τον ρυθμό σταυροειδούς ναού εκφράζει την ορθόδοξη παράδοση και αποτελεί για τα μέλη της ενορίας ένα μέρος από την πατρίδα τους. Από την άλλη, το κτίριο δεν διαφέρει από πρώτη ματιά από ένα καθολικό η διαμαρτυρόμενο ναό στην Ελβετία. Το σίγουρο όμως είναι, ότι η ανέγερση αυτού του Ναού συνέδεσε συμβολικά το ιστορικό παρελθόν με το παρόν της ελληνορθόδοξης κοινότητας στην Βασιλεία.